αδυσώπητος

αδυσώπητος
-η, -ο (Α ἀδυσώπητος, -ον) [δυσωπῶ]
νεοελλ.
ασυγκίνητος, ανελέητος, αμείλικτος, σκληρός
αρχ.
1. που δεν μπόρεσε κανείς να μεταβάλει την έκφραση τού προσώπου του, δηλ. ο ατάραχος, ο απαθής, ο άκαμπτος
2. αυτός που δεν μπόρεσε κανείς να τόν κάνει να κοκκινίσει από ντροπή, ο αναίσχυντος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Look at other dictionaries:

  • ἀδυσώπητος — not to be put out of countenance masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αδυσώπητος — η, ο επίρρ. α ανεξιλέωτος, ασυγκίνητος, σκληρός: Μια αδυσώπητη μοίρα τον κατάτρεχε σ όλη του τη ζωή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀδυσωπήτως — ἀδυσώπητος not to be put out of countenance adverbial ἀδυσώπητος not to be put out of countenance masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδυσώπητον — ἀδυσώπητος not to be put out of countenance masc/fem acc sg ἀδυσώπητος not to be put out of countenance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδυσωπήτου — ἀδυσώπητος not to be put out of countenance masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδυσωπήτων — ἀδυσώπητος not to be put out of countenance masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀδυσωπήτῳ — ἀδυσώπητος not to be put out of countenance masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek

  • άτροπος — I Μια από τις τρεις Μοίρες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. II (Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 8 Μαρτίου 1888. Το αστρικό φωτογραφικό του μέγεθος στη μέση αντίθεσή του είναι 13,7 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη… …   Dictionary of Greek

  • αγαρηνός — ή, ό (Μ ἀγαρηνός, ή, όν) προσωνυμία τών μωαμεθανών·|| νεοελλ. μτφ. 1. κακούργος, αδυσώπητος, αλλόθρησκος 2. (το ουδ. ως επίθ.) μουσουλμανικός, τουρκικός. [ΕΤΥΜΟΛ. < εβρ. Ἄγαρ, η παλλακίδα τού Αβραάμ, τής οποίας ο γιος Ισμαήλ θεωρείται γενάρχης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”